Όνομα:

E-mail:

Τηλέφωνο:

Ημέρες προτίμησης:

Σχολίο / Ερώτηση:

ΠΑΘΗΣΕΙΣ

Παθήσεις Αμφιβληστροειδούς




Ηλικιακή Εκφύλιση Ωχράς Κηλίδας ξηρού τύπου

Η ηλικιακή εκφύλιση ωχράς ξηρού τύπου είναι μια συχνή πάθηση που εμφανίζεται σε άτομα άνω των 65 ετών. Συνήθως αφορά σε άτομα της λευκής φυλής και είναι συχνότερη στη Β. Ευρώπη. Οι ασθενείς εμφανίζουν μείωση της κεντρικής οράσεως (όραση αναγνώσεως, τηλεόραση) και παραμορφωψία (ιδιαίτερα έκδηλη σε ευθείες γραμμές) που προοδευτικά επιβαρύνεται αλλά με αργό ρυθμό. Η νόσος είναι πολυπαραγοντική. Ενοχοποιείται η ηλικία, η επίδραση εξωτερικών παραγόντων (ηλιακό φως, κάπνισμα), η γενετική προδιάθεση κ.α. Οι ασθενείς οι οποίοι είναι μεγάλοι σε ηλικία και βιώνουν μείωση της κεντρικής όρασης ή παραμορφωψία πρέπει να υποβάλλονται σε βυθοσκόπηση. Μπορεί να χρειαστεί να υποβληθούν σε αγγειογραφία με φλουοροσείνη και οπτκή τομογραφία συνοχής (OCT) ώστε να επιβεβαιωθεί η νόσος και να διαπιστωθεί ότι η εκφύλιση δεν είναι υγρού τύπου. (link) Αυτή τη στιγμή αν και γίνονται πολλές μελέτες δεν υπάρχει αποτελεσματική θεραπεία για την ξηρού τύπου εκφύλιση. Υπάρχουν μόνον συμπεριφεριολογικές οδηγίες που θεωρητικά καθυστερούν την εξέλιξη της νόσου. Όπως σε κάθε πάθηση της ωχράς, συνιστάται αποφυγή του ηλιακού φωτός (γυαλιά ηλίου ή καπέλο με γείσο), πλούσια σε πράσινα διατροφή, αποφυγή καπνίσματος και ψάρι τύπου σαρδέλα ή σκουμπρί τουλάχιστον μια φορά την εβδομάδα. Οι ασθενείς με διαπιστωμένη εκφύλιση ωχράς ξηρού τύπου πρέπει να εξετάζονται από εξειδικευμένο οφθαλμίατρο κάθε 4 με 6 μήνες.  

Ηλικιακή Εκφύλιση Ωχράς Κηλίδας υγρού τύπου

Η ηλικιακή εκφύλιση υγρού τύπου χαρακτηρίζεται από νεοαγγείωση στο χοριοειδή χιτώνα και η αιμορραγία μπορεί να φτάνει στον αμφιβληστροειδή. Τα συμπτώματα του ασθενούς περιλαμβάνουν απότομη μείωση της όρασης και μεγάλη μεταμορφωψία.  Η εξέλιξη της νόσου είναι γρήγορη και ποσοστό του αίματος μπορεί να μετατραπεί σε ουλώδη ιστό μειώνοντας μόνιμα την όραση. Τα αίτια της νόσου δεν είναι ξεκάθαρα. Υπάρχει η θεωρία της χρόνια φλεγμονής και της διαταραχής της πολικότητας του μελαχρόου επιθηλίου. Η νόσος είναι συχνότερη σε ηλικιωμένους ασθενείς. Μπορεί να επισυμβεί και σε μύωπες ή και σε ασθενείς με φλεγμονές οπισθίου ημιμορίου. Οι ασθενείς που αντιλαμβάνονται απότομη μείωση της όρασης ή ξαφνικά έντονη παραμορφωψία θα πρέπει να απευθύνονται αμέσως σε οφθαλμίατρο για βυθοσκόπηση. Μπορεί να χρειαστεί η διενέργεια οπτικής τομογραφίας συνοχής (OCT) και αγγειογραφία με φλουοροσείνη για να επιβεβαιωθεί η νόσος. Η θεραπεία θα πρέπει να ξεκινήσει γρήγορα και συνίσταται στη μηνιαία χορήγηση ενδουαλοειδικών εγχύσεων με αντιοαγγειογεννετικούς παράγοντες. Μπορεί να χρειαστεί σειρά ενέσεων, συνήθως 3 τους πρώτους τρεις μήνες. Ο επανέλεγχος της νόσου γίνεται με βάση την οπτική τομογραφία συνοχής (OCT).

Θρόμβωση φλέβας αμφιβληστροειδούς

Ο αμφιβληστροειδής χιτώνας έχει κεντρική φλέβα και κλάδους αυτής που απάγουν το αίμα από τον οφθαλμό. Σε περίπτωση που υπάρξει θρόμβωση είτε της κεντρικής φλέβας είτε κλάδου αυτής ο ασθενής έχει ως συμπτώματα ανώδυνη μείωση της όρασης που μπορεί να κυμαίνεται από μερική έως πλήρη απώλεια αυτής.  Εάν η θρόμβωση φλέβας συμβεί σε ένα ηλικιωμένο άτομο θα πρέπει να συσταθεί έλεγχος από καρδιολόγο (τρίπλεξ καρδιάς καρωτίδων) , αγγειολόγο, έλεγχος πήξης αίματος και υπέρτασης. Εάν η νόσος επισυμβεί σε νεαρότερα άτομα  θα πρέπει να ελεγχθούν και άλλα σύνδρομα (πχ αντιφωσφολιπιδικό σύνδρομο, ομοκυστινουρία κα). Η απόφραξη φλέβας είναι ένα μείζων αγγειακό σύμβαμα που απλώς επισυμβαίνει στον οφθαλμό. Όταν το ίδιο πράγμα συμβεί στον εγκέφαλο λέγεται εγκεφαλικό ενώ όταν συμβεί στην καρδιά λέγεται έμφραγμα. Είναι μια σημαντική προειδοποίηση του οργανισμού ότι τα αγγεία πάσχουν. Θεραπευτικώς διενεργείται θερμικό laser όταν υπάρχει νεοαγγείωση. Όταν υπάρχει οίδημα ωχράς και συνακόλουθη μείωση της όρασης διενεργούνται ενδουαλοειδικές εγχύσεις με αντιοαγγειογεννετικούς παράγοντες  σε συνδυασμό με θερμικό laser (ανάλογα με το πρωτόκολλο που χρησιμοποιεί ο θεράπων ιατρός). Η διάγνωση επιβεβαιώνεται μέσω οπτικής τομογραφίας συνοχής (OCT) και αγγειογραφίας με φλουοροσείνη και η παρακολούθηση πρέπει να γίνεται με OCT.

Απόφραξη αρτηρίας αμφιβληστροειδούς

Ο αμφιβληστροειδής έχει κεντρική αρτηρία και κλάδους αυτής που προσάγουν το αίμα στον οφθαλμό. Εάν η κεντρική αρτηρία ή κλάδος της αποφραχθεί (πχ από έμβολο) τα συμπτώματα του ασθενούς περιλαμβάνουν απότομη ανώδυνη μείωση της όρασης που μπορεί να κυμαίνεται από πλήρη έως μερική απώλεια αυτής. Συνήθως η απόφραξη αρτηρία συμβαίνει σε ηλικιωμένα άτομα οπότε θα πρέπει να γίνεται πλήρης καρδιολογικός, αγγειολογικός και έλεγχος καρωτίδων. Η διάγνωση τίθεται με τη βυθοσκόπηση και επιβεβαιώνεται μέσω οπτικής τομογραφίας συνοχής (OCT) και αγγειογραφίας με φλουοροσείνη. Τις πρώτες ώρες μετά το σύμβαμα ο αμφιβληστροειδής είναι οιδηματώδης και μετά παρέλευση χρονικού διαστήματος θα καταστεί ατροφικός. Από το ποσοστό του αμφιβληστροειδούς που θα ατροφήσει θα εξαρτηθεί και η τελική οπτική οξύτητα του ασθενούς. Θεραπευτικώς μπορούμε να παρέμβουμε μόνο αν ο ασθενής προσέλθει εντός μικρού χρονικού διαστήματος από το σύμβαμα. Η παρέμβαση έγκειται σε μασάζ του οφθαλμού και προσπάθεια απότομης μείωσης της ενδοφθάλμιας πίεσης ώστε με την απότομη αγγειοδιαστολή να απομακρυνθεί το έμβολο. Η θεραπεία συνήθως είναι ανεπαρκής. Μετά τις πρώτες ώρες του συμβάματος δεν υπάρχει θεραπεία. Ο ασθενής παρακολουθείται και μόνο επί υπάρξεως νεοαγγειώσεως  διενεργείται θεραπεία με θερμικό laser. Η απόφραξη αρτηρίας αποτελεί ένα σημαντικό παράγοντα κινδύνου για τη συστηματική υγεία του ασθενούς.

Πολύποδες χοριοειδούς

Οι πολύποδες χοριοειδούς είναι ανευρυσματικές διατάσεις του αγγειακού δικτύου του χοριοειδούς που είναι ένας χιτώνας με αγγεία κάτω από τον αμφιβληστροειδή. Ανήκει στην οικογένεια παθήσεων της εκφύλισης της ωχράς και προσβάλει συνήθως γυναίκες μεγαλύτερης ηλικίας. Τα συμπτώματα του ασθενούς είναι απώλεια όρασης και παραμορφωψία χωρίς συνοδευτικό πόνο. Για τη διάγνωση απαιτείται βυθοσκόπηση, αγγειογραφία με  φλουοροσείνη, αγγειογραφία με ινδοκυανίνη και οπτική τομογραφία συνοχής (OCT). Αν οι πολύποδες είναι μακριά από την ωχρά (μακριά από το κέντρο του αμφιβληστροειδούς) η θεραπεία μπορεί να γίνει με εφαρμογή θερμικού laser. Αν οι πολύποδες είναι κοντά στο κέντρο η θεραπεία γίνεται με ενδουαλοειδικές εγχύσεις αντιοαγγειογεννετικών ουσιών ή φωτοδυναμκή θεραπεία (ψυχρό laser στους πολύποδες μετά από έγχυση στη φλέβα της ουσίας βερτερπορφίνη). (link) Στους πολύποδες όπως και σε κάθε πάθηση της ωχράς συνιστάται αποφυγή του ηλιακού φωτός (γυαλιά ηλίου ή καπέλο με γείσο), πλούσια σε πράσινα διατροφή, αποφυγή καπνίσματος και ψάρι τύπου σαρδέλα ή σκουμπρί τουλάχιστον μια φορά την εβδομάδα.  

Διαβητικό οίδημα ωχράς κηλίδας

Ο σακχαρώδης διαβήτης είναι μια από τις κύριες αιτίες τύφλωσης στον ανεπτυγμένο κόσμο. Η κυριότερη αιτία είναι το διαβητικό οίδημα της ωχράς κηλίδας. Ο διαβήτης χαλάει τα μικρά αγγεία του αμφιβληστροειδούς με αποτέλεσμα αυτά να διαρρέουν και να προκαλείται οίδημα δηλαδή πρήξιμο στην ωχρά κηλίδα και έτσι να μειώνεται η κεντρική όραση του ασθενούς.  Ο καλύτερος τρόπος πρόληψης είναι ο σωστός μεταβολικός έλεγχος του σακχάρου, ο έλεγχος της αρτηριακής πίεσης και των τιμών της χοληστερίνης. Σε περίπτωση που έχει εγκατασταθεί διαβητικό οίδημα της ωχράς η διάγνωση τίθεται με τη βυθοσκόπηση, την αγγειογραφία με φλουοροσείνη και κυρίως με την οπτική τομογραφία συνοχής (OCT). Η θεραπεία σήμερα έγκειται στη μηνιαία ενδουαλοειδική έγχυση αντιαγγειογεννετικών ουσιών και στην ανά τετράμηνο θεραπεία με laser φωτοπηξία των διαρρεόντων αγγείων αν αυτό χρειάζεται. Είναι μια κατάσταση που χρήζει υπομονής από την πλευρά του ασθενούς καθώς η θεραπεία δεν είναι άπαξ αλλά η σωστή θεραπεία ανά μήνα εξασφαλίζει , αν όχι τη βελτίωση, τη σταθεροποίηση της οπτικής οξύτητας.

Διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια

Ο σακχαρώδης διαβήτης είναι μια από τις κύριες αιτίες τύφλωσης στον ανεπτυγμένο κόσμο. Ιδανικότερη θεραπεία είναι η πρόληψη. Πρέπει να προσέχουμε την αρτηριακή μας πίεση, τη χοληστερίνη και το σάκχαρο. Εκτός από το διαβητικό οίδημα της ωχράς (link) άλλη αιτία απώλειας όρασης από το διαβήτη είναι η διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια. Στην ανάπτυξη αυτής της βλάβης συντελεί η καταστροφή του τοιχώματος των μικρών αγγείων που προκαλεί ο διαβήτης, η επακόλουθη διαρροή και θρόμβωση αυτών και η συνακόλουθη υποξία του αμφιβληστροειδούς.  Κατά τη βυθοσκόπηση βλέπουμε μικρές αιμορραγίες, εξιδρώματα και άλλες βλάβες στον αμφιβληστροειδή. Αν δεν ελεγχθεί η κατάσταση δημιουργούνται νεοαγγεία (παραγωγική αμφιβληστροειδοπάθεια) τα οποία είναι εύθρυπτα και μπορεί να οδηγήσουν σε μαζικές ενδουαλοειδικές αιμορραγίες και τύφλωση. Η διάγνωση της διαβητικής αμφιβληστροειδοπάθειας γίνεται με τη βυθοσκόπηση και την αγγειογραφία με φλουοροσείνη. Επί υπάρξεως νεοαγγειώσεων είναι απαραίτητη η εκτεταμένη παναμφιβληστροειδική φωτοπηξία με laser. Πρόσφατα χρησιμοποιούνται και ενδουαλοειδικές εγχύσεις με αντιοαγγειογεννετικές ουσίες. Είναι πολύ σημαντικό ο διαβητικός ασθενής μια φορά το χρόνο να παρακολουθείται με βυθοσκόπηση και επί υπάρξεως αμφιβληστροειδικών βλαβών η βυθοσκόπηση να εκτελείται ανά εξάμηνο. Προσοχή θέλει και ο διαβήτης της κυήσεως ο οποίος μπορεί να προκαλέσει σημαντικές βλάβες σε μικρό χρονικό διάστημα στις εγκύους γυναίκες, για αυτό το λόγο συστήνεται στενή παρακολούθηση με βυθοσκόπηση.    

Υπερτασική αμφιβληστροειδοπάθεια-χοριοειδοπάθεια

Η κακοήθης υπέρταση μπορεί να προκαλέσει σοβαρή αμφιβληστροειδοπάθεια. Κατά τη βυθοσκόπηση ανευρίσκουμε στικτές αιμορραγίες εξιδρώματα και οίδημα αμφιβληστροειδούς σε ασθενείς που μπορεί να μην γνώριζαν καν ότι ήταν υπερτασικοί. Έχει συμβεί μετά από τέτοια ευρήματα να μετρήσουμε την πίεση ασθενούς η οποία μπορεί να κυμαίνεται σε πολύ υψηλά επίπεδα και ο ασθενής να μην το γνώριζε. Συνήθως η καλή ρύθμιση της υπέρτασης οδηγεί και σε υποστροφή των οφθαλμικών βλαβών. 

Κληρονομικές Παθήσεις-Δυστροφίες αμφιβληστροειδούς

Οι κληρονομικές παθήσεις του αμφιβληστροειδούς είναι ένα μεγάλο κεφάλαιο στην οφθαλμολογία και μπορούμε να το χωρίσουμε στις παρακάτω κατηγορίες

 

    1. Ωχράς ( δυστροφίες κωνίων, stargardt)

Στις δυστροφίες ωχράς συγκαταλέγονται οι δυστροφίες κωνιών, κωνίων ραβδίων, stargardt, best και best like. Οι δυστροφίες κωνίων και κωνίων ραβδίων κληρονομούνται κατά τον αυτοσωμικό, τον υπολειπόμενο ή τον φυλοσύνδετο τρόπο. Η απώλεια όρασης αρχίζει συνήθως στην πρώτη δεκαετία της ζωής, μπορεί να βαίνει μειούμενη τη δεύτερη δεκαετία της ζωής οπού και σταθεροποιείται για κάποιο χρονικό διάστημα πριν αρχίσει η περαιτέρω επιδείνωση. Οι ασθενείς εμφανίζουν σημαντικότερο πρόβλημα αρχικά στη διάρκεια της ημέρας ενώ έχουν σημαντική μειωμένη αντίληψη χρωμάτων (κάποιες φορές πιο πρώιμα και πιο θορυβώδη σε σχέση με τη μείωση της οπτικής οξύτητας). Οι ασθενείς μπορεί να εμφανίζουν κεντρικό σκότωμα στα οπτικά πεδία ενώ χαρακτηριστικά έχουν φυσιολογικό ηλεκτροαμφιβληστροειδογράφημα και παθολογικό πολυεστιακό ηλεκτροαμφιβληστροειδογράφημα. Πολλά γονίδια έχουν ταυτοποιηθεί για την πρόκληση της νόσου.

Η νόσος Stargardt προκαλεί επίσης σοβαρή μείωση της κεντρικής οπτικής οξύτητας και της αντίληψης των χρωμάτων. Η μείωση της οπτικής οξύτητας είναι προοδευτική και μέχρι το τέλος της δεύτερης με τρίτης δεκαετίας η κεντρική όραση είναι πολύ μειωμένη. Συνήθως οφείλεται σε εστιακή μετάλλαξη ή κληρονομούμενη μετάλλαξη του γονιδίου ABCΑ4. Χαρακτηριστικό στη νόσο είναι η παρουσία σκοτεινού χοριοειδούς κατά την αγγειογραφία με φλουοροσείνη. Κατά τη βυθοσκόπηση παρατηρούμε κεντρική ατροφία των φωτουποδοχέων η οποία ενδέχεται να συνοδεύεται από παρουσία κίτρινων κηλίδων στον οπίσθιο πόλο. Σε άλλες νόσους της ιδίας οικογενείας η κίτρινες κηλίδες μπορεί να εκτίνονται μέχρι και έως ή πέρα από τα τόξα (fundus flavimaculatous, fundus albipunctatous).

Η νόσος Βest χαρακτηρίζεται από μείωση της οπτικής οξύτητας σε μικρές ηλικίες. Κατά τη βυθοσκόπηση χαρακτηριστικά υπάρχει κίτρινο υγρό στην περιοχή της ωχράς το οποίο συν το χρόνο τήκεται δημιουργώντας την εικόνα του τηγανιτού αυγού (λεκιθόμορφο στάδιο). Κατά τα όψιμα στάδια της νόσου παρατηρείται χαρακτηριστική ατροφία της περιοχής της ωχράς. Είναι παθογνωμονική η εξέταση του ηλεκτροοφθαλμογραφήματος (ΗΟΓ) το οποίο στη συγκεκριμένη νόσο είναι πάντοτε παθολογικό. Υπάρχουν και πολλές παραλλαγές της νόσου (bestrophinopathies) οι οποίες οφείλονται σε εστιακές ή κληρονομικές μεταλλάξεις των γονιδίων που κωδικοποιούν την πρωτεΐνη bestrophin.

 

Για όλες τις δυστροφίες της ωχράς συστήνεται η αποφυγή έκθεσης στο ηλιακό φως και η χρήση γυαλιών ηλίου στο εξωτερικό περιβάλλον. Συστήνεται επίσης διατροφή πλούσια σε αντιοξειδωτικά (πράσινα), και σε Ω3 λιπαρά οξέα ( σαρδέλα, σκουμπρί). Σε ασθενείς με νόσο Stargardt είναι σημαντική σύσταση να μην λαμβάνουν επιπλέον βιταμίνη Α ή Beta Carotten.

 

Γονιδιακές θεραπείες – Stem Cells

Πολύς λόγος γίνεται τώρα τελευταία για τις γονιδιακές θεραπείες και τις θεραπείες με μεταμόσχευση αώρων κυττάρων μελαγχρόου επιθηλίου αμφιβληστροειδούς (RPE stem cells). Οι θεραπείες αυτές είναι σε πολύ αρχικό στάδιο (σε κλινική φάση τύπου 1) και μέχρι στιγμής έχουν χρησιμοποιηθεί σε οφθαλμούς πρακτικά τυφλούς. Οι γονιδιακές θεραπείες συνίστανται σε ένεση υπό τον αμφιβληστροειδή ενός συμπλέγματος με ένα αδενοιό όχημα και το γονίδιο φορέας που λείπει από τον ασθενή. Μέχρι τώρα έχουν χρησιμοποιηθεί για τη συγγενή αμαύρωση του Leber, για τις μεταλλάξεις του RPE 65, για τη νόσο RDH12 ενώ τώρα αρχίζει η φάση 1 για το ABCA4 της νόσου Stargardt. Έχουμε δει ότι υπάρχει σχετική βελτίωση τοπικά στην ένεση, δεν υπάρχει όμως σημαντική ωφέλεια στην περιοχή του κεντρικού βοθρίου. Για τη νόσο Stargardt η δυσκολία έγκειτο στο ότι το γονίδιο ABCA4 ήταν πολύ μεγάλο για να ανασυνδυαστεί με αδενοιο. Η δυσκολία αυτή ξεπεράστηκε και δημιουργήθηκε το StarGen. Αναμένουμε τις πρώτες δημοσιεύσεις για τα αποτελέσματα.

Όσον αφορά στα Stem Cells χρησιμοποιείται μελάχρουν επιθήλιο προερχόμενο από άωρα βλαστοκύτταρα σε μεταμόσχευση υπό τον αμφιβληστροειδή. Έχει δοκιμαστεί σε ασθενείς με δυστροφία Stargardt και εκτεταμένη ξηρού τύπου εκφύλιση ωχράς.   Η πρώτη ανακοίνωση ανέφερε μικρή λειτουργική βελτίωση σε δυο ασθενείς που υπεβλήθησαν στη θεραπεία. Αναμένουμε τις επόμενες δημοσιεύσεις των μελετητών. 

    1. Αμφιβληστροειδούς (μελαγχρωστική,ταπητιοαμφιβληστροειδοπάθειες)

Οι κληρονομικές παθήσεις του αμφιβληστροειδούς δεν είναι τόσο σπάνιες όσο νομίζουμε. Η μελαχρωστική αμφιβληστροειδοπάθεια αποτελεί μια ομπρέλα ασθενειών που ως κοινά γνωρίσματα έχουν τα ακόλουθα:

-       είναι κληρονομικά μεταδιδόμενες ή οφείλονται σε εστιακές μεταλλάξεις γονιδίων.

-       Είναι παθήσεις των ραβδίων και σε πρώτη φάση αφορούν την περιφέρεια του αμφιβληστροειδούς.

-       Μειώνουν σε ευρεία έκταση το οπτικό πεδίο του ασθενούς μέχρι το τελικό στάδιο «όραση μέσα από τούνελ».

-       Εμφανίζονται συνήθως σε μικρή ηλικία με πρόβλημα στη βραδινή όραση ή συνηθέστερα δυσανεξία στο σούρουπο.

Σε γενικές γραμμές οι παθήσεις αυτές μειώνουν σε μεγάλο βαθμό την όραση και σε μεγαλύτερη ηλικία καθιστούν το άτομο πρακτικά τυφλό αφού επηρεάζουν και την κεντρική όραση. Κατά την βυθοσκόπηση εμφανίζονται στην περιφέρεια μαύρες κηλίδες που αντιστοιχούν στα σημεία νεκρών φωτουποδοχέων. Υπάρχει λέπτυνση των αγγείων του αμφιβληστροειδούς και σημαντική ατροφία του οπτικού νεύρου. Από το OCT τα ευρήματα είναι σημαντική ατροφία του αμφιβληστροειδούς και σε επόμενα στάδια ίνωση της κεντρικής περιοχής. Χαρακτηριστικά είναι τα ευρήματα από την ηλεκροφυσιολογική μελέτη του οφθαλμού η οποία θα πρέπει πάντα να γίνεται σε αυτούς τους ασθενείς. Προσπάθειες για γονιδιακές θεραπείες μέχρι στιγμής έχουν αποτύχει σε αυτή την κατηγορία. Η αντιμετώπιση έγκειται σε συμπεριφεριολογικές οδηγίες (αποφυγή ηλιακού φωτός, υψηλές δόσεις βιταμίνης Α, υψηλές δόσεις αντιοξειδοτικών και Ω3 λιπαρών οξέων ), συμπτωματική θεραπεία ( αντιμετώπιση του οιδήματος ωχράς αν αυτό συνυπάρχει, χορήγηση αμιτρυπτιλίνης σε σημαντικές αϋπνίες λόγω καταστολής του βιολογικού ρολογιού και εγχείρηση καταρράκτη λόγω της πολύ γρήγορης εμφάνισης αυτού στη νόσο), και υποστηρικτικές τεχνικές (βοηθήματα χαμηλής όρασης, χρησιμοποίηση ειδικών προγραμμάτων με μεγάλα ψηφία για ηλεκτρονικούς υπολογιστές, ψυχολογική υποστήριξη, κοινωνική υποστήριξη στην εργασία κα). Η πρόγνωση των συγκεκριμένων παθήσεων παρά τις προσπάθειές μας είναι εξαιρετικά άσχημη. 

 

Φλεγμονώδεις Παθήσεις χοριοειδούς

Οι φλεγμονώδεις παθήσεις του χοριοειδούς χιτώνος ή ραγοειδίτιδες αποτελούν ένα μεγάλο κεφάλαιο στην οφθαλμολογία. Τα συμπτώματα των ασθενών είναι θάμβος οράσεως, μυιωψίες (μυγάκια) και κάποιες φορές κόκκινο μάτι. Η διαφορική διάγνωση είναι μεγάλη καθώς εντάσσονται σε αυτή εξωτερικοί παράγοντες (τραύμα , παράσιτα-τοξόπλασμα), νόσοι συνδετικού ιστού (συστηματικός ερυθηματώδης λύκος, ρευματοειδής αρθρίτιδα), σαρκοείδωση, φυματίωση, ανοσολογικές διαταραχές (νόσος Αδαμαντιάδη κ.α.), ιογενείς λοιμώξεις (AIDS, έρπης, κυτταρομεγαλοιός κ.α.), σύνδρομα λευκών κηλίδων και ιδιοπαθείς φλεγμονές. Ο εργαστηριακός έλεγχος αποτελεί ένα μεγάλο αλγόριθμο και κυρίως πρέπει γρήγορα να αποκλειστεί η πιθανότητα να οφείλεται η φλεγμονή σε ερπητική λοίμωξη ή φυματίωση. Ο κλινικοεργαστηριακός έλεγχος περιλαμβάνει βυθοσκόπηση, OCT, αγγειογραφία με φλουοροσείνη και αγγειογραφία με ινδοκυανίνη. Η θεραπεία είναι ανάλογη με το αίτιο της ραγοειδίτιδας. Αν εξαιρέσουμε κάποιες μορφές ραγοειδίτιδας (φυματιώδης, ερπητική) η θεραπεία συνήθως συνίσταται σε υψηλές δόσεις κορτικοστεροειδών. Τα κορτικοστεροειδή δεν πρέπει να δίδονται για μεγάλο χρονικό διάστημα και συνήθως στοχεύουμε στο μακροχρόνιο έλεγχο της νόσου με μικρή δόση. Σε περιπτώσεις που δεν μπορούμε να μειώσουμε τη δόση τους λόγω της επιθετικότητας της νόσου προσφεύγουμε στην φαρμακευτική κατηγορία των αναοσοκατασταλτικών.   Μείζον σημείο για την ορθή αντιμετώπιση των ραγοειδίτιδων αποτελεί η έγκαιρη και ορθή διάγνωση της φλεγμονής. Η σωστή διάγνωση είναι απαραίτητη γιατί κάποιες από τις καταστάσεις αυτές δεν απαιτούν θεραπεία και είναι αυτοιώμενες και αυτοπεριοριζόμενες.   

Οπτική Νευρίτιδα

Η οπτική νευρίτιδα αποτελεί φλεγμονή του οπτικού νεύρου. Μπορεί να αφορά στην κεφαλή του οπτικού νεύρου οπότε ονομάζεται πρόσθια οπτική νευρίτιδα ή την οπισθοβολβική μοίρα οπότε ονομάζεται οπισθοβολβική οπτική νευρίτιδα. Τα αίτια ποικίλουν (ιδιοπαθή, ιογενείς φλεγμονές, σύφιλη, φυματίωση, ακόμη και σκλήρυνση κατά πλάκας). Οι ασθενείς αναφέρουν μείωση της οπτικής οξύτητας, μείωση της αντίληψης των χρωμάτων ενώ μπορεί να εμφανίζουν και πόνο κατά τις οφθαλμικές κινήσεις. Σε περίπτωση οπτικής νευρίτιδας είναι πολύ σημαντικό να διαπιστωθεί αν είναι αρτηριτιδικού τύπου και αν οφείλεται σε κροταφική αρτηρίτιδα οπότε θα πρέπει να αρχίσει άμεσα η χορήγηση κορτιζόνης καθώς υπάρχει κίνδυνος να εμπλακεί και ο έτερος οφθαλμός. Γενικά στις οπτικές νευρίτιδες η θεραπεία συνίσταται στην ενδοφλέβια χορήγηση κοριζόνης ενώ σε νεαρά άτομα με συμπτωματολογία χωρίς ευρήματα από τη βυθοσκόπηση πρέπει απαραιτήτως να γίνεται μαγνητική τομογραφία εγκεφάλου - κόγχου ώστε να αποκλειστεί η πιθανότητα οπισθοβολβικής οπτικής νευρίτιδας σε έδαφος σκλήρυνσης κατά πλάκας. 

Αποκόλληση-Ρωγμή Αμφιβληστροειδούς

Ρωγμή στον αμφιβληστροειδή συνήθως συμβαίνει στην περιφέρεια αυτού. Μπορεί να συμβεί αυτόματα, μετά από αποκόλληση υαλοειδούς ή και επί ειδικών συνδρόμων (πχ stickler). Η ρωγμή του αμφιβληστροειδούς όταν συμβεί μπορεί να είναι πλήρως ασυμπτωματική ή μπορεί ο ασθενής να αντιληφθεί λάμψεις ή έντονα «μυγάκια». Η εξέταση εκλογής για την αποκάλυψη της ρωγμής είναι η προσεκτική βυθοσκόπηση. Η θεραπεία είναι η περιχαράκωση αυτής με laser φωτοπηξία. Η ρωγμή του αμφιβληστροειδούς ενδέχεται να οδηγήσει σε αποκόλληση αυτού. Η αποκόλληση αμφιβληστροειδούς είναι μια πολύ επείγουσα και σοβαρή κατάσταση που πρέπει να αντιμετωπίζεται το ταχύτερο δυνατό. Ο ασθενής αντιλαμβάνεται «μυγάκια» και λάμψεις ή και κάποιο σκούρο πέπλο το οποίο μπορεί να έρχεται από οποιοδήποτε σημείο του οπτικού του πεδίου. Εάν έχει αποκολληθεί και η ωχρά θα έχει προσβληθεί και η κεντρική όραση του ασθενούς. Η θεραπεία είναι πάντοτε χειρουργική. Αυτή έγκειται είτε σε υαλοειδεκτομή και ένθεση αέρα ή λαδιού σιλικόνης είτε σε περιβρογχισμό με μπάντα σιλικόνης (παλαιότερη μέθοδος).

Αποκόλληση Υαλοειδούς

Το υαλοειδές είναι μια ζελατινοειδής κατασκευή η οποία γεμίζει το οπίσθιο ημιμόριο του οφθαλμού. Έχει ισχυρές συμφύσεις σε διάφορα σημεία στον αμφιβληστροειδή. Είναι ένα διαυγές υλικό αλλά καμιά φορά λόγω κατακρημνίσεων εντός του υλικού αυτού μπορεί να μας δίνεται η εντύπωση ότι βλέπουμε ¨μυγάκια¨. Με την ηλικία, αυτό το υλικό μπορεί να αλλάξει σύσταση και να κατακρημνιστεί ξεκολλώντας από τον αμφιβληστροειδή προκαλώντας τη λεγόμενη αποκόλληση υαλοειδούς. Σε αυτή την περίπτωση ο ασθενής έχει συμπτώματα «μυγάκια» και «αστραπές». Επειδή υπάρχει περίπτωση κατά τη διαδικασία της αποκόλλησης του υαλοειδούς να δημιουργηθεί ρωγμή αμφιβληστροειδούς, η οποία ενδέχεται να οδηγήσει σε αποκόλληση αυτού, πρέπει οπωσδήποτε με τα συμπτώματα αυτά να εκτελείται προσεκτική βυθοσκόπηση και σε περίπτωση ύπαρξης ρωγμής φωτοπηξία με laser. Στην αποκόλληση υαλοειδούς συστήνεται στον ασθενή να μην σηκώνει έντονα βάρη. Η αποκόλληση υαλοειδούς μπορεί να γίνει πιο σύντομα σε μυωπικούς οφθαλμούς. Το υαλοειδές αφαιρείται πλήρως σε επεμβάσεις αμφιβληστροειδούς (υαλοειδεκτομή).

Ογκολογία (Μελάνωμα –Μελάνωση-Σπίλος) Σπίλος

Ο σπίλος είναι η γνωστή μας «ελιά». Όπως βρίσκεται στο δέρμα έτσι μπορεί να βρίσκεται και στον οφθαλμό. Μπορεί να βρίσκεται στον επιπεφυκότα (το άσπρο μέρος του ματιού), στην ίριδα (το χρωματιστό μέρος του ματιού) ή στον χοριοειδή (στο οπίσθιο ημιμόριο του οφθαλμού). Ο σπίλος είναι καλοήθης κατάσταση και χρήζει παρακολούθησης από τον οφθαλμίατρο. Εάν ο σπίλος βρίσκεται στο εξωτερικό μέρος του οφθαλμού πρέπει να προσέχουμε αν αλλάζει σχήμα, μέγεθος, χρώμα ή αν αιμορραγεί. Εάν βρίσκεται στο οπίσθιο ημιμόριο του οφθαλμού θα πρέπει να το παρακολουθήσει ο οφθαλμίατρος αναλόγως με την εικόνα του στους 3 μήνες, στους 6, στους 9 και μετά ετησίως. Υπάρχουν διάφορα χαρακτηριστικά (επίπεδος σπίλος, απουσία υγρού ή αίματος, παρουσία Drusen στην επιφάνεια του) που συνηγορούν υπέρ της καλοήθειας και οφείλει να τα εκτιμήσει ο οφθαλμίατρος. Ο σπίλος συνήθως έχει σκούρο καφέ χρώμα αλλά μπορεί να έχει και διάφορες χρωματικές αποχρώσεις ή και να είναι αμελανωτικός. Όταν έχουμε εικόνα σπίλου χωρίς σαφή όρια και διάχυτο σε σημείο που μπορεί να καλύπτει ακόμη και σχεδόν ολόκληρο το λευκό μέρος του οφθαλμού παραδείγματός χάρη, αυτό καλείται πρωτοπαθής μελάνωση και οφείλουμε να την παρακολουθούμε τακτικά στον οφθαλμίατρο καθώς θεωρείται προ καρκινωματώδης κατάσταση. Ανάλογα με την έκταση και την επέκταση της μελάνωσης ο οφθαλμίατρος μπορεί να αποφασίσει για θεραπεία.

Μελάνωμα

Το μελάνωμα είναι ο συνηθέστερος κακοήθης όγκος του οφθαλμού. Μπορεί να εμφανιστεί χωρίς προ υπάρχουσα αλλοίωση (de novo), σε επίπεδο προϋπάρχοντος σπίλου ή μπορεί να αποτελεί μεταστατική νόσο (συνηθέστερη πρωτοπαθής εστία είναι οι πνεύμονες, το ήπαρ, τα νευρά, ο προστάτης). Μπορεί να είναι εντελώς ασυμπτωματικό ή να προκαλεί συμπτώματα όπως θόλωση της όρασης, μυιοψίες, αστραπές και άλλα. Κατά τη βυθοσκόπηση το μελάνωμα έχει συνήθως τη μορφή μιας πορτοκαλόχρουν υπέγερσης στο οπίσθιο ημιμόριο και εδώ μπορεί να υπάρχουν και διάφορες αποχρώσεις ή μπορεί να είναι και αμελανωτικό μελάνωμα. Μπορεί να συνυπάρχει αιμορραγία στο όριο του μελανώματος, εναπόθεση λιποφουσκίνης, παρουσία υπαμφιβληστροειδικού υγρού σε τέτοια έκταση που μπορεί να προκαλεί ακόμη και ορώδη αποκόλληση του αμφιβληστροειδούς. Συμπληρωματικά θα πρέπει πάντοτε να εκτελείται υπέρηχος του οφθαλμού στον οποίο θα πρέπει να υπολογίζεται το ύψος του μελανώματος και θα πρέπει να γίνεται αγγειογραφία με φλουοροσείνη η οποία θα καταδείξει τη διπλή αγγείωση του όγκου.

Το κακόηθες μελάνωμα απειλεί τη ζωή του ασθενούς. Σε περίπτωση που είναι προχωρημένο και με ικανό ύψος στον υπέρηχο συνιστάται εξόρυξη του οφθαλμού σε μια προσπάθεια να αποφευχθεί η μεταστατική νόσος. Εάν το κακόηθες μελάνωμα είναι μικρότερου μεγέθους συνιστάται θεραπεία με ραδιενεργές πλάκες ή επιταχυνόμενα πρωτόνια και συχνή παρακολούθηση. Έχει χρησιμοποιηθεί και η τεχνική της τριγωνικής ρετινοχοριοειδεκτομής σε συνδυασμό με ακτινοβολία. Εάν κάποιος ασθενής διαγνωστεί με κακόηθες μελάνωμα είναι απαραίτητος ο έλεγχος των υπολοίπων συστημάτων του ανθρώπινου σώματος (MRI εγκεφάλου, κόγχου, υπέρηχος άνω κάτω κοιλίας, pet scan οστών κ.α. ) για την ανακάλυψη μεταστατικής νόσου σε τακτά χρονικά διαστήματα που προσδιορίζονται από τα ογκολογικά πρωτόκολλα.